Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hydrocarbure στα ελληνικά
hydrocarbure
λέγεται
ιντροκαρμπύρ
.
hydrocarbure
σημαίνει στα ελληνικά
υδρογονάνθρακας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hydrocarbure / HC : HC / υδρογονάνθρακας
- déversement" / décharge non réglementaire : απόρριψη/εκφόρτωση
- élaïokoniose / boutons d'huile : λιπώδης ακμή / πετρελαιοακμή
- fuel de soute / carburant de soute : πετρέλαιο κίνησης / καύσιμα αεροσκάφους
- HFC / fluorocarbure : HFC / υδροφθοράνθρακας
- chlorocarbure / hydrocarbure chloré : οργανοχλωριωμένη ένωση / οργανοχλωριούχα ένωση
- marée noire / pollution par les hydrocarbures : πετρελαϊκή ρύπανση/ρύπανση από υδρογονάνθρακες
- déversement de pétrole / hydrocarbures accidentellement répandus : Πετρελαιοκηλίδες / πετρελαιοκηλίδα
- cycloalcane / cycloparaffine : κυκλοαλκάνιο / κυκλοπαραφίνη
- halocarbone / halocarbure : αλογονούχος υδρογονάνθρακας / αλογονωμενός υδρογονάνθρακας
Subscribe
0 Comments


