Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

illégitime στα ελληνικά
illégitime
λέγεται
ιλεζιτίμ
.
illégitime
σημαίνει στα ελληνικά
παράνομος / αθέμιτος / νόθος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tort / délit : παράνομη (άδικη) πράξη
- enfant illégitime / enfant né hors mariage : τέκνο εκτός γάμου / τέκνο που γεννήθηκε εκτός γάμου
- enfant naturel / enfant illégitime : τέκνο γεννημένο χωρίς γάμο / νόθος
- union illégitime : αθέμιτη ένωση
- une action illégitime : μή νόμιμη ενέργεια
- naissance illégitime : παράνομη γέννηση
- composante illégitime : παράνομη συνιστώσα
- taux de fécondité illégitime : ποσοστό εξώγαμης γονιμότητας / ποσοστό παράνομης γονιμότητας
- couverture du risque d'appel illégitime de la garantie : ασφάλιση κατά του κινδύνου αθέμιτης επίκλησης της εγγύησης
Subscribe
0 Comments


