Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

immangeable στα ελληνικά
immangeable
λέγεται
ενμανζάμπλ
.
immangeable
σημαίνει στα ελληνικά
δεν τρώγεται
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
