Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

immiscer (s’) στα ελληνικά
immiscer (s’)
λέγεται
σιμισέ
.
immiscer (s’)
σημαίνει στα ελληνικά
αναμειγνύομαι / συνεμπαίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
