Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

immunité στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
immunité
λέγεται
ιμυνιτέ
.
immunité
σημαίνει στα ελληνικά
ανοσία / ασυλία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • immunité : αδρανοποίηση
  • immunité : ασυλία
  • immunité : ανοσία
  • immunité : ατρωσία
  • exonération / exonération fiscale : φοροαπαλλαγή / απαλλαγή από το φόρο
  • CPISA / Convention sur les privilèges et immunités des institutions spécialisées : Σύμβαση για τα προνόμια και τις ασυλίες των ειδικευμένων υπηρεσιών
  • prémunition / immunité d'infection : ανοσία που προκαλεί μείωση της τοξικότητας του μικροβιακού παράγοντα και όχι τον θάνατό του
  • prémunition / immunité d'infection de surinfection : ανοσία προς τις λοιμώξεις / σχετική ανοσία σε χρόνιες νόσους που διαρκεί εφόσον ο μικροοργανισμός βρίσκετα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments