Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

immunité στα ελληνικά
immunité
λέγεται
ιμυνιτέ
.
immunité
σημαίνει στα ελληνικά
ανοσία / ασυλία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- immunité : αδρανοποίηση
- immunité : ασυλία
- immunité : ανοσία
- immunité : ατρωσία
- exonération / exonération fiscale : φοροαπαλλαγή / απαλλαγή από το φόρο
- CPISA / Convention sur les privilèges et immunités des institutions spécialisées : Σύμβαση για τα προνόμια και τις ασυλίες των ειδικευμένων υπηρεσιών
- prémunition / immunité d'infection : ανοσία που προκαλεί μείωση της τοξικότητας του μικροβιακού παράγοντα και όχι τον θάνατό του
- prémunition / immunité d'infection de surinfection : ανοσία προς τις λοιμώξεις / σχετική ανοσία σε χρόνιες νόσους που διαρκεί εφόσον ο μικροοργανισμός βρίσκετα
Subscribe
0 Comments


