Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

impartialité στα ελληνικά
impartialité
λέγεται
ενπαρσιαλιτέ
.
impartialité
σημαίνει στα ελληνικά
αμεροληψία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- impartialité : αμεροληψία
- devoir d'impartialité : υπηρεσιακή υποχρέωση του υπαλλήλου να είναι αδέκαστος
- doctrine d'impartialité / principe d'impartialité : δόγμα αμεροληψίας
- en conscience et en toute impartialité : ευσυνείδητα και αμερόληπτα
- principe d’impartialité de l’administration : αρχή της αμεροληψίας της διοίκησης
- en toute impartialité et en toute indépendance : με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία
- principes d'impartialité, de neutralité et de non-discrimination : αρχές της αμεροληψίας, της ουδετερότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων
- devoir de remplir sa mission en conscience et en toute impartialité : υποχρέωση να εκπληρώσουν το έργο τους ευσυνείδητα και αμερόληπτα
- exercice des fonctions en pleine impartialité et en toute conscience : άσκηση των καθηκόντων με πλήρη αμεροληψία και ευσυνειδησία
Subscribe
0 Comments


