Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

imperméabiliser στα ελληνικά
imperméabiliser
λέγεται
ενπερμεαμπιλιζέ
.
imperméabiliser
σημαίνει στα ελληνικά
αδιαβροχοποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- imperméabiliser : αδιαβροχοποιώ
- boucher / sceller : στοιχείο στεγανοποίησης/επικάλυψη
- tissu de type Melton / Melton imperméabilisé : σαγιάκι
- produit imperméabilisant : προïόν με αδιαβροχοποιημένη επιφάνεια
- revêtement de protection / revêtement imperméabilisant et isolant : πρωτοκάλυμμα
- graphite artificiel imprégné ou imperméabilisé : εμποτισμένος ή αδιαπέρατος τεχνητός γραφίτης
Subscribe
0 Comments


