Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

imperméabiliser στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
imperméabiliser
λέγεται
ενπερμεαμπιλιζέ
.
imperméabiliser
σημαίνει στα ελληνικά
αδιαβροχοποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • imperméabiliser : αδιαβροχοποιώ
  • boucher / sceller : στοιχείο στεγανοποίησης/επικάλυψη
  • tissu de type Melton / Melton imperméabilisé : σαγιάκι
  • produit imperméabilisant : προïόν με αδιαβροχοποιημένη επιφάνεια
  • revêtement de protection / revêtement imperméabilisant et isolant : πρωτοκάλυμμα
  • graphite artificiel imprégné ou imperméabilisé : εμποτισμένος ή αδιαπέρατος τεχνητός γραφίτης

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments