Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

imperméable στα ελληνικά
imperméable
λέγεται
ενπερμεάμπλ
.
imperméable
σημαίνει στα ελληνικά
αδιάβροχος / απροσπέλαστος / ανεπίδεκτος / αδιάβροχο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- imperméable : στεγανός / αδιάβατος
- étanche / imperméable : στεγανός / αδιαπέρατος
- imperméable : αδιάβροχο
- cape / imperméable : αδιάβροχο
- anti-graisse / étanche à la graisse : ανθεκτικός στα λίπη / αδιαπέρατος στα λίπη
- aquiclude / couche imperméable : αδιαπέρατος ορíζοντας / υδατοστεγανóς ορíζοντας
- aquifuge / formation imperméable : υδατοστεγής σχηματισμός / αδιαπέραστος σχηματισμός
- étanche / imperméable à l'eau : αδιάβροχος / υδατοστεγής
- sol imperméable : αδιάβροχο έδαφος
Subscribe
0 Comments


