Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

implicite στα ελληνικά
implicite
λέγεται
ενπλισίτ
.
implicite
σημαίνει στα ελληνικά
έμμεσος / ενεργός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- défaut / implicite : αρχικό
- implicite : υπονοούμενος / περιλαμβανόμενος
- implicite / par défaut : παραδοχή
- implicite : συναγόμενος
- coût imputé / coût implicite : τεκμαρτό κόστος
- format-type / attributs-types : πρότυπα ιδιοχαρακτηριστικά
- V / véga : vega
- coût implicite : στοιχεία κόστους μη εκφραζόμενα εις χρήμα
- clause implicite : σιωπηροί όροι / εξυπακουόμενοι όροι
- TII / taux d'imposition implicite : πραγματικό ποσοστό φορολόγησης
Subscribe
0 Comments


