Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

important στα ελληνικά
important
λέγεται
ενπορτάν
.
important
σημαίνει στα ελληνικά
σπουδαίος / σημαντικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gonorrhée / blennorragie : βλεννορραγία
- ion majeur / ion important : κύριο ιόν / μείζον ιόν
- perte notable / perte importante : σημαντική ζημία
- ZICO / zone importante pour la conservation des oiseaux : ZICO / σημαντική ζώνη για τη διατήρηση των πτηνών
- projet important d'intérêt européen commun / PIIEC : σημαντικό σχέδιο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος
- intrant importé : εισαγόμενος συντελεστής παραγωγής
- ligne importante : γραμμή σιδηροδρομική σημαντική
- marge importante : καθυστέρηση δραστηριότητας λόγω παρεμβολής σε άλλη
- trafic important : σημαντική κυκλοφορία
- inflation importée / inflation d'origine externe : εισαγόμενος πληθωρισμός
Subscribe
0 Comments


