Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

imprécision στα ελληνικά
imprécision
λέγεται
ενπρεσιζιόν
.
imprécision
σημαίνει στα ελληνικά
ασάφεια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- imprécision de mesure : αβεβαιότητα μέτρησης
Subscribe
0 Comments


