Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inadapté στα ελληνικά
inadapté
λέγεται
ινανταπτέ
.
inadapté
σημαίνει στα ελληνικά
απροσάρμοστος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- inadapté / mésadapté social : κοινωνικά απροσάρμοστο άτομο
- inadapté : απροσάρμοστος
- vente abusive / vente inadaptée : καταχρηστική πώληση / μη αποδεκτή πρακτική πώλησης
- piste inadaptée : λανθασμένος διάδρομος
- inadaptés ou handicapés : απροσάρμοστοι ή ανάπηροι
Subscribe
0 Comments


