Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inattaquable στα ελληνικά
inattaquable
λέγεται
ινατακάμπλ
.
inattaquable
σημαίνει στα ελληνικά
απρόσβλητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- anti-mites / inattaquable par les mites : απρόσβλητος από τους σκώρους
- vernis anti-acide / laque inattaquable aux acides : οξύμαχο βερνίκι / λάκα ανθεκτική στα οξέα
Subscribe
0 Comments


