Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

incapable στα ελληνικά
incapable
λέγεται
ενκαπάμπλ
.
incapable
σημαίνει στα ελληνικά
ανάξιος / ανίκανος / ανήμπορος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- inapte / incapable : ανίκανος
- incapable : δικαιοπρακτικώς ανίκανος / ανίκανος προς δικαιοπραξίαν
- incapable / pas capable : αδυνατώ
- muet / incapable de parler : άτομο με προβλήματα ομιλίας
- majeur incapable : ανίκανος για δικαιοπραξία ενήλικος
- inapte au travail / incapable de travailler : ανίκανος για εργασία / ανίκανος προς εργασία
- participant incapable : ανίκανος συμμετέχων
- protection du majeur incapable : προστασία του ανίκανου για δικαιοπραξία ενηλίκου
- protection du mineur et du majeur incapable : προστασία του ανηλίκου και του ανίκανου για δικαιοπραξία ενηλίκου
- incapable d'exercer une activité lucrative : ανίκανα προς βιοπορισμό
Subscribe
0 Comments


