Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

incarcération στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
incarcération
λέγεται
ενκαρσερασιόν
.
incarcération
σημαίνει στα ελληνικά
φυλάκιση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • incarcération / emprisonnement : εγκλεισμός στη φυλακή / ποινή στερητική της ελευθερίας
  • incarcération : εγκάθειρξη / περίσφιγξη
  • peine alternative / peines de substitution : εναλλακτικά της φυλάκισης μέτρα
  • ségrégation / peine cellulaire : απομόνωση
  • incarcération interne : εσωτερική περίσφιγξη
  • incarceration elastique : ελαστική περίσφιγξη
  • incarcération herniaire : περιεσφιγμένη κήλη
  • incarcération placentaire : εγκλωβισμός του πλακούντα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments