Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inculpation στα ελληνικά
inculpation
λέγεται
ενκυλπασιόν
.
inculpation
σημαίνει στα ελληνικά
απαγγελία κατηγορίας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- inculpation / incrimination : ποινικοποίηση
Subscribe
0 Comments


