Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inculte στα ελληνικά
inculte
λέγεται
ενκύλτ
.
inculte
σημαίνει στα ελληνικά
ακαλλιέργητος / αμόρφωτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- terre inculte / terrain inculte : χέρσα γη / ακαλλιέργητη γη
- terres incultes : χέρσος γη / ακαλλιέργητος γη
Subscribe
0 Comments


