Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

individuel στα ελληνικά
individuel
λέγεται
ενντιβιντυέλ
.
individuel
σημαίνει στα ελληνικά
ατομικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- PCI,triage / poste à commandes individuelles par boutons : "block post" χειριζόμενο επί τόπου με κομβία
- PMI,triage / poste à commandes individuelles par manettes : κέντρο ελέγχου αλλαγών
- antichute / protecteur antichute : προφυλακτήρας από πτώση
- unité STA / unité «Conditions de travail, droits et obligations» : μονάδα STA / Εργασιακές συνθήκες, δικαιώματα και υποχρεώσεις
- logette / loge individuelle : ατομικό διαμέρισμα ενσταβλισμού
- monte en main / saillie individuelle : ατομική επίβαση
- COICOP / nomenclature des fonctions de la consommation individuelle : COICOP / ταξινόμηση της ατομικής κατανάλωσης με βάση το σκοπό
- nid individuel : ατομική φωλιά
- box individuel : ατομικό διαμέρισμα
- fil individuel : κλώνος
Subscribe
0 Comments


