Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

inhaler στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
inhaler
λέγεται
ιναλέ
.
inhaler
σημαίνει στα ελληνικά
εισπνέω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • inhalant / poudre à priser : ναρκωτικό εισπνοής
  • inhalant / poudre à priser : εισπνευστό / σκόνη για εισπνοή
  • iode I29 inhalé : εισπνεόμενο ιώδιο-129
  • métabolisme du plomb inhalé et ingéré : μεταβολισμός του προσλαμβανόμενου με εισπνοή ή κατάποση μολύβδου
  • la moitié des particules inhalées qui atteint le poumon est exhalée : το ήμισυ των εισπνεομένων σωματιδίων που φθάνει στους πνεύμονες εκπνέεται πάλι
  • limite dérivée de concentration d'un radionucléide dans l'air inhalé / limitation dérivée de concentration d'un radionucléide dans l'air inhalé : παράγωγο όριο συγκεντρώσεως ενός ραδιονουκλεϊδίου στον εισπνεόμενο αέρα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments