Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inimitable στα ελληνικά
inimitable
λέγεται
ινιμιτάμπλ
.
inimitable
σημαίνει στα ελληνικά
αμίμητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- billet inimitable / billet non falsifiable : β)σύστημα εισιτηρίων / α)απαραποίητο εισιτήριο
Subscribe
0 Comments


