Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

injecter στα ελληνικά
injecter
λέγεται
ενζεκτέ
.
injecter
σημαίνει στα ελληνικά
εμβάλλω / κάνω ένεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- injecter : εισάγω
- injecter : έγχυση,διέγερση
- gaz injecté : εγχυθέν αέριο / επείσακτο αέριο
- TIV / toxicomane par voie intraveineuse : άτομο που παίρνει ναρκωτικά ενδοφλεβίως
- paroi injectée : τοίχωμα που κατασκευάζεται με έγχυση
- porteurs injectés : φορείς εγχεόμενοι
- contact injectant : επαφή έγχυσης
- injecter(des bois) : εμβαπτίζω ξύλο / εμποτισμένο ξύλο
- gaz-coussin injecté : εγχυθέν προσκέφαλο αερίου
- faire des injections : προεγχύω
Subscribe
0 Comments


