Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

injecter στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
injecter
λέγεται
ενζεκτέ
.
injecter
σημαίνει στα ελληνικά
εμβάλλω / κάνω ένεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • injecter : εισάγω
  • injecter : έγχυση,διέγερση
  • gaz injecté : εγχυθέν αέριο / επείσακτο αέριο
  • TIV / toxicomane par voie intraveineuse : άτομο που παίρνει ναρκωτικά ενδοφλεβίως
  • paroi injectée : τοίχωμα που κατασκευάζεται με έγχυση
  • porteurs injectés : φορείς εγχεόμενοι
  • contact injectant : επαφή έγχυσης
  • injecter(des bois) : εμβαπτίζω ξύλο / εμποτισμένο ξύλο
  • gaz-coussin injecté : εγχυθέν προσκέφαλο αερίου
  • faire des injections : προεγχύω

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments