Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

innocent στα ελληνικά
innocent
λέγεται
ινοσάν
.
innocent
σημαίνει στα ελληνικά
αθώος / απονήρευτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- l'époux divorcé innocent : ο μη υπαίτιος διαζευγμένος σύζυγος
Subscribe
0 Comments


