Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

insécurité στα ελληνικά
insécurité
λέγεται
ενσεκυριτέ
.
insécurité
σημαίνει στα ελληνικά
ανασφάλεια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- insécurité juridique : έλλειψη ασφάλειας τoυ δικαίoυ
- élément d'insécurité : στοιχείο ανασφάλειας
- insécurité juridique / incertitude juridique : ανασφάλεια δικαίου
Subscribe
0 Comments


