Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

insérer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
insérer
λέγεται
ενσερέ
.
insérer
σημαίνει στα ελληνικά
καταχωρίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • inséré : παρεμβαλλόμενο
  • sac inséré / sachet d'insertion : εσωτερικό σακίδιο / παρεμβαλλόμενο σακίδιο
  • gène inséré / gène thérapeutique introduit : παρεμβαλλόμενο γονίδιο
  • séquence insérée : ενσωματωθείσα αλληλουχία
  • entretoises insérées / compartiments insérés : διαχωριστικά
  • entretoises insérées / compartiments insérés : διαχωριστικά / διαχωριστικό παρέμβλημα
  • entretoises insérées / compartiments insérés : διαχωριστικά / διαχωριστικό παρέμβλημα συσκευασίας
  • insérer dans le texte / intercaler dans le texte : περιδιευθετώ / περιδιευθέτηση
  • oeillet à maillon inséré : μάτι με ένθετο κρίκο
  • signal d'essai inséré dans l'intervalle de suppression de trame : δοκιμαστικό σήμα παρεμβαλλόμενο στο διάστημα καταστολής πλαισίου

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments