Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

insérer στα ελληνικά
insérer
λέγεται
ενσερέ
.
insérer
σημαίνει στα ελληνικά
καταχωρίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- inséré : παρεμβαλλόμενο
- sac inséré / sachet d'insertion : εσωτερικό σακίδιο / παρεμβαλλόμενο σακίδιο
- gène inséré / gène thérapeutique introduit : παρεμβαλλόμενο γονίδιο
- séquence insérée : ενσωματωθείσα αλληλουχία
- entretoises insérées / compartiments insérés : διαχωριστικά
- entretoises insérées / compartiments insérés : διαχωριστικά / διαχωριστικό παρέμβλημα
- entretoises insérées / compartiments insérés : διαχωριστικά / διαχωριστικό παρέμβλημα συσκευασίας
- insérer dans le texte / intercaler dans le texte : περιδιευθετώ / περιδιευθέτηση
- oeillet à maillon inséré : μάτι με ένθετο κρίκο
- signal d'essai inséré dans l'intervalle de suppression de trame : δοκιμαστικό σήμα παρεμβαλλόμενο στο διάστημα καταστολής πλαισίου
Subscribe
0 Comments


