Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

insolvable στα ελληνικά
insolvable
λέγεται
ενσολβάμπλ
.
insolvable
σημαίνει στα ελληνικά
αφερέγγυος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- insolvable : αφερέγγυος / αναξιόχρεος
Subscribe
0 Comments


