Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

instantané στα ελληνικά
instantané
λέγεται
ενσταντανέ
.
instantané
σημαίνει στα ελληνικά
στιγμιαίος / ακαριαίος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
