Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

intermittent στα ελληνικά
intermittent
λέγεται
εντερμιτάν
.
intermittent
σημαίνει στα ελληνικά
διαλειπτικός / κατά διαστήματα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- semi-jachère / jachère intermittente : μερική αγρανάπαυση / διακοπτομένη αγρανάπαυση
- four dormant / four intermittent : κάμινος ασυνεχούς λειτουργίας / κάμινος αυτοτελούς λειτουργίας
- biture express / «binge drinking» : επεισοδιακή υπερκατανάλωση αλκοόλ / βαριά επεισοδιακή κατανάλωση αλκοόλ
- renvideur / self-acting : αναπηνιστήριο / αργαλειός νηματοποίησης διαλείπουσας λειτουργίας
- feu fixe / verre mort : σταθερό φως / σταθερός φάρος
- halètement / ronflement : καύση με διαλείψεις πυραυλοκινητήρα
- procédé en lots / procédé à charges : ασυνεχής διεργασία
- four discontinu / four intermittent : κλίβανος διακεκομμένης λειτουργίας
- maladie de Bazy / hydronéphrose congénitale intermittente : νόσος του BAZY
- arc intermittent : διακοπτόμενο τόξο
Subscribe
0 Comments


