Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

intermittent στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
intermittent
λέγεται
εντερμιτάν
.
intermittent
σημαίνει στα ελληνικά
διαλειπτικός / κατά διαστήματα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • semi-jachère / jachère intermittente : μερική αγρανάπαυση / διακοπτομένη αγρανάπαυση
  • four dormant / four intermittent : κάμινος ασυνεχούς λειτουργίας / κάμινος αυτοτελούς λειτουργίας
  • biture express / «binge drinking» : επεισοδιακή υπερκατανάλωση αλκοόλ / βαριά επεισοδιακή κατανάλωση αλκοόλ
  • renvideur / self-acting : αναπηνιστήριο / αργαλειός νηματοποίησης διαλείπουσας λειτουργίας
  • feu fixe / verre mort : σταθερό φως / σταθερός φάρος
  • halètement / ronflement : καύση με διαλείψεις πυραυλοκινητήρα
  • procédé en lots / procédé à charges : ασυνεχής διεργασία
  • four discontinu / four intermittent : κλίβανος διακεκομμένης λειτουργίας
  • maladie de Bazy / hydronéphrose congénitale intermittente : νόσος του BAZY
  • arc intermittent : διακοπτόμενο τόξο

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments