Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

interposer στα ελληνικά
interposer
λέγεται
εντερποζέ
.
interposer
σημαίνει στα ελληνικά
παρεμβάλλω / s’ interposer παρεμβάλλομαι / μπαίνω στη μέση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- auteur par personne interposée : έμμεσος συνεργός
- doigts interposés avec espacement submicronique : διαψηφιακοί δάκτυλοι υπομικρομετρικού βήματος
Subscribe
0 Comments


