Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

interviewer στα ελληνικά
interviewer
λέγεται
εντερβιουβέ
.
interviewer
σημαίνει στα ελληνικά
παίρνω συνέντευξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- interviewer / intervieweur : ερευνητής / ο λαμβάνων συνέντευξη
- interviewé : ερωτώμενος / δημοσκοπούμενος
- biais lié à l'interviewer / erreur systématique liée à l'enquêteur : σφάλμα καταγραφής / μεροληψία που οφείλεται στο δειγματολήπτη
Subscribe
0 Comments


