Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

intrépidité στα ελληνικά
intrépidité
λέγεται
εντρεπιντιτέ
.
intrépidité
σημαίνει στα ελληνικά
αφοβία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
