Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

invalide στα ελληνικά
invalide
λέγεται
ενβαλίντ
.
invalide
σημαίνει στα ελληνικά
ανάπηρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bloquer / empêcher : παρεμποδίζω
- ENIM ou Enim / Etablissement national des invalides de la marine : Κρατικό ΄Ιδρυμα Αναπήρων Ναυτικών
- CRIC / Centre rééducation invalides civils : Κέντρο Επανεκπαίδευσης Ανάπηρων Πολιτών
- acte invalide : ανίσχυρη δικαιοπραξία
- invalide civil : ανάπηρος ειρηνικής περιόδου
- terme invalide : μη έγκυρα δεδομένα
- trame invalide / trame non valable : άκυρο πλαίσιο
- entrées invalides : ανέγκυρες είσοδοι
- timbre-poste invalidé : ακυρωμένο γραμματόσημο
- invalider un règlement : ακυρώνω κανονισμό
Subscribe
0 Comments


