Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

invalide στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
invalide
λέγεται
ενβαλίντ
.
invalide
σημαίνει στα ελληνικά
ανάπηρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • bloquer / empêcher : παρεμποδίζω
  • ENIM ou Enim / Etablissement national des invalides de la marine : Κρατικό ΄Ιδρυμα Αναπήρων Ναυτικών
  • CRIC / Centre rééducation invalides civils : Κέντρο Επανεκπαίδευσης Ανάπηρων Πολιτών
  • acte invalide : ανίσχυρη δικαιοπραξία
  • invalide civil : ανάπηρος ειρηνικής περιόδου
  • terme invalide : μη έγκυρα δεδομένα
  • trame invalide / trame non valable : άκυρο πλαίσιο
  • entrées invalides : ανέγκυρες είσοδοι
  • timbre-poste invalidé : ακυρωμένο γραμματόσημο
  • invalider un règlement : ακυρώνω κανονισμό

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments