Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

invention στα ελληνικά
invention
λέγεται
ενβανσιόν
.
invention
σημαίνει στα ελληνικά
εφεύρεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- description / description de l'invention : περιγραφή της εφεύρεσης
- brevet / brevet d'invention : δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- demande de brevet : αίτηση χορήγησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας
- invention brevetée : εφεύρεση κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- brevet d'invention : δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- document de brevet / exposé d'invention : ευρεσιτεχνία / έγγραφο ευρεσιτεχνίας
- invention secrète : απόρρητη εφεύρεση
- breveté d'invention / titulaire d'un titre de propriété industrielle : δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας
- invention brevetée : εφεύρεση που κατοχυρώνεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
Subscribe
0 Comments


