Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inverseur στα ελληνικά
inverseur
λέγεται
ενβερσέρ
.
inverseur
σημαίνει στα ελληνικά
ρεβέρσα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- inverseur : αναστροφέας
- inverseur / porte NON : στοιχείο ΝΟEC
- inverseur / inverseur de marche : αναστροφέας πορείας / διακόπτης αναστροφής πορείας
- inverseur / commutateur-inverseur : διακόπτης αναστροφής
- inverseur / changement de sens : μηχανισμός αναστροφής
- inverseur : διακόπτης αναστροφής
- inverseur / commutateur : μεταγωγέας προγράμματος
- inverseur : μηχανισμός αναστροφής
- inverseur : μηχανισμός αλλαγής διεύθυνσης
- inverseur : τροχός αναστροφής
Subscribe
0 Comments


