Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

investir στα ελληνικά
investir
λέγεται
ενβεστίρ
.
investir
σημαίνει στα ελληνικά
επενδύω / κυκλώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- placer / investir : επενδύω
- AIPN / autorité investie du pouvoir de nomination : αρμόδια για τους διορισμούς αρχή
- capital engagé / capital investi : πάγιες εγκαταστάσει / πάγια περιουσιακά στοιχεία
- propension à investir : ροπή προς επένδυση
- chaîne de service public / chaîne à vocation de service : ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός που εξυπηρετεί κοινωνικούς σκοπούς
- retour sur investissement / rendement de l'investissement : απόδοση επενδύσεως
- rendement des investissements / retour sur investissements : απόδοση επένδυσης / απόδοση επενδεδυμένων κεφαλαίων
- Développement social et humain / Investir dans les ressources humaines (Obsolete) : Επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό
- fonds investis en biens immobiliers : αμοιβαία κεφάλαια ακίνητης περιουσίας
Subscribe
0 Comments


