Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

investissement στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
investissement
λέγεται
ενβεστισμάν
.
investissement
σημαίνει στα ελληνικά
επένδυση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • placement / investissement : επενδυτικό στοιχείο ενεργητικού
  • placement / investissement : επένδυση / τοποθέτηση
  • rapport annuel / rapport annuel de la BEI : Ετήσια Έκθεση / Ετήσια Έκθεση της ΕΤΕπ
  • investissement : συγκέντρωσις της διανοητική ή ψυχικής ενέργειας επί μιας ιδέας ή ενός αντικειμένου
  • capitaux fixes / biens de capital : πάγια κεφάλαια / αγαθά επένδυσης
  • FSv / fonds d'État : κρατικό επενδυτικό ταμείο
  • stock entrant / stock d'IDE entrant : εισερχόμενο απόθεμα
  • stock sortant / stock d'IDE sortant : εξερχόμενο απόθεμα
  • Comité de la politique commerciale - Experts (ATSI, services et investissements) / CPC - Experts : Επιτροπή Εμπορικής Πολιτικής - Εμπειρογνώμονες (STIS, Υπηρεσίες και Επενδύσεις) / Επιτροπή Εμπορικής Πολιτικής - Εμπειρογνώμονες (STIS, Υπηρεσίες και Επενδύσεις, Αμοιβαία αναγνώριση)  (Obsolete)
  • FIA monétaire / fonds monétaire qui est un fonds d'investissement alternatif : ΑΚΧΑ ΟΕΕ

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments