Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

investissement στα ελληνικά
investissement
λέγεται
ενβεστισμάν
.
investissement
σημαίνει στα ελληνικά
επένδυση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- placement / investissement : επενδυτικό στοιχείο ενεργητικού
- placement / investissement : επένδυση / τοποθέτηση
- rapport annuel / rapport annuel de la BEI : Ετήσια Έκθεση / Ετήσια Έκθεση της ΕΤΕπ
- investissement : συγκέντρωσις της διανοητική ή ψυχικής ενέργειας επί μιας ιδέας ή ενός αντικειμένου
- capitaux fixes / biens de capital : πάγια κεφάλαια / αγαθά επένδυσης
- FSv / fonds d'État : κρατικό επενδυτικό ταμείο
- stock entrant / stock d'IDE entrant : εισερχόμενο απόθεμα
- stock sortant / stock d'IDE sortant : εξερχόμενο απόθεμα
- Comité de la politique commerciale - Experts (ATSI, services et investissements) / CPC - Experts : Επιτροπή Εμπορικής Πολιτικής - Εμπειρογνώμονες (STIS, Υπηρεσίες και Επενδύσεις) / Επιτροπή Εμπορικής Πολιτικής - Εμπειρογνώμονες (STIS, Υπηρεσίες και Επενδύσεις, Αμοιβαία αναγνώριση) (Obsolete)
- FIA monétaire / fonds monétaire qui est un fonds d'investissement alternatif : ΑΚΧΑ ΟΕΕ
Subscribe
0 Comments


