Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

invétéré στα ελληνικά
invétéré
λέγεται
ενβετερέ
.
invétéré
σημαίνει στα ελληνικά
χρόνιος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- junghi / junkie : τζάνκι / 2)ενεσάκιας
Subscribe
0 Comments


