Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

itinérant στα ελληνικά
itinérant
λέγεται
ιτινεράν
.
itinérant
σημαίνει στα ελληνικά
οδοιπόρος / οδοιπορικός / περιοδεύων
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- EFECOT / Fédération européenne pour l'éducation des enfants de la population itinérante professionnelle : EFECOT / Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία για την Εκπαίδευση των Τέκνων των Διακινούμενων Εργαζόμενων
- stand itinérant : περιοδεύον περίπτερο
- abonné itinérant : κινητός συνδρομητής / περιπλανώμενος συνδρομητής
- culture itinérante : αμειψισπορά
- moniteur itinérant : περιοδεύων δάσκαλος
- culture itinérante : εναλλασσόμενη καλλιέργεια
- activité itinérante : πλανόδια δραστηριότητα
- personne exerçant une profession itinérante / travailleur itinérant : πλανόδιος εργαζόμενος
- profession itinérante : πλανόδιο επάγγελμα
- exposition itinérante : κινητή έκθεση / περιοδεύουσα έκθεση
Subscribe
0 Comments


