Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

itinérant στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
itinérant
λέγεται
ιτινεράν
.
itinérant
σημαίνει στα ελληνικά
οδοιπόρος / οδοιπορικός / περιοδεύων
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • EFECOT / Fédération européenne pour l'éducation des enfants de la population itinérante professionnelle : EFECOT / Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία για την Εκπαίδευση των Τέκνων των Διακινούμενων Εργαζόμενων
  • stand itinérant : περιοδεύον περίπτερο
  • abonné itinérant : κινητός συνδρομητής / περιπλανώμενος συνδρομητής
  • culture itinérante : αμειψισπορά
  • moniteur itinérant : περιοδεύων δάσκαλος
  • culture itinérante : εναλλασσόμενη καλλιέργεια
  • activité itinérante : πλανόδια δραστηριότητα
  • personne exerçant une profession itinérante / travailleur itinérant : πλανόδιος εργαζόμενος
  • profession itinérante : πλανόδιο επάγγελμα
  • exposition itinérante : κινητή έκθεση / περιοδεύουσα έκθεση

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments