Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

joug στα ελληνικά
joug
λέγεται
ζουγκ
.
joug
σημαίνει στα ελληνικά
ζυγός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- joug double : διπλός ζυγός
- joug frontal : μετωπικός ζυγός
- joug de nuque : ζυγός τραχήλου
- atteler au joug : ζεύξη στο ζυγό
- joug de ligne de contact / portique support de caténaire : πυλώνας στήριξης της αλυσσοειδούς
- joug de ligne de contact / portique support de caténaire : πυλώνας στήριξης της αλυσοειδούς
- joug de garrot à coussins : ζυγός αυχένα με μαξιλάρια
Subscribe
0 Comments


