Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

journalier στα ελληνικά
journalier
λέγεται
ζουρναλιέ
.
journalier
σημαίνει στα ελληνικά
καθημερινός / ημερήσιος / μεροκαματιάρης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- journalier / ouvrier à la journée : ημερομίσθιος εργάτης
- call money / avance à vue : call money / τραπεζικό δάνειο μιας ημέρας
- per diem / indemnité journalière de subsistance : ημερήσια αποζημίωση
- per diem / indemnité journalière : ημερήσια αποζημίωση
- DJT de groupe / dose journalière tolérable de groupe : ενιαία αποδεκτή ημερήσια λήψη
- prix day-ahead / prix journalier : τιμή επόμενης ημέρας
- gain quotidien / gain journalier : ημερήσια αύξηση βάρους
- four journalier / bassin journalier : ημερήσιος κλίβανος
- gain journalier : ημερήσιο κέρδος
- DJANS / dose journalière acceptable non spécifiée : DJANS / απροσδιόριστη ημερήσια αποδεκτή δόση
Subscribe
0 Comments


