Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

jugement στα ελληνικά
jugement
λέγεται
ζυζμάν
.
jugement
σημαίνει στα ελληνικά
δίκη / κρίση / απόφαση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- jugement / décision juridique : διαγραμμισμός/αποφάσεις (σύνολο)
- jugement : δικαστική απόφαση
- jugement : κρίση
- jugement : απόφαση (δικαστηρίου)
- jugement : απόφαση
- acquiescer / acquiescer au jugement : αποδέχομαι την δικαστική απόφαση
- faire appel / relever appel : ασκώ έφεση
- motif : αιτιολογική σκέψη
- acquittement / jugement d'acquittement : αθώωση / αθωωτική απόφαση
Subscribe
0 Comments


