Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

juridique στα ελληνικά
juridique
λέγεται
ζυριντίκ
.
juridique
σημαίνει στα ελληνικά
ένδικος / νομικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- capacité : νομική ικανότητα / δικαιοπρακτική ικανότητα
- jugement / décision juridique : διαγραμμισμός/αποφάσεις (σύνολο)
- doctrine / doctrine juridique : θεωρία / νομική θεωρία
- organisme dépourvu de la personnalité juridique / organisme non doté de la personnalité juridique : ένωση
- SG.A.3 / Affaires juridiques : SG.A.3 / Γ.Γ. Α 3 (Preferred)
- fondement juridique / base légale : νομική βάση
- contentieux / service juridique : νομική υπηρεσία επιχείρησης / νομική υπηρεσία της διοίκησης
- CJ - IJ / Comité d'experts sur l'informatique juridique : Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων επί της Νομικής Πληροφορικής
- EULITA / Association européenne des traducteurs et interprètes juridiques : Ευρωπαϊκή Ένωση Νομικών Διερμηνέων και Μεταφραστών
- norme / règle de droit : κανόνας δικαίου
Subscribe
0 Comments


