Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

justesse στα ελληνικά
justesse
λέγεται
ζυστές
.
justesse
σημαίνει στα ελληνικά
ορθότητα / ακρίβεια / de justesse παρά λίγο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- justesse / précision : ακρίβεια (Preferred) / ορθότητα
- justesse : ορθότητα
- justesse / rectitude : ορθότητα
- justesse : πιστότητα
- cohérence / justesse partielle : συνέπεια / μερική ορθότητα
- faillir heurter / l'échapper belle : αποφεύγω μόλις τη σύγκρουση
- justesse de tir / précision au but : ακρίβεια βολής
- justesse complète : ολική ορθότητα
- épreuve de justesse : απόδειξη ορθότητας
Subscribe
0 Comments


