Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

laboratoire στα ελληνικά
laboratoire
λέγεται
λαμπορατουάρ
.
laboratoire
σημαίνει στα ελληνικά
εργαστήριο / χημείο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- laboratoire : εργαστήριο
- cuve / laboratoire : δοχείο καμίνου
- laboratoire / chambre de chauffe : θάλαμος θέρμανσης
- laborantin / préparateur : εργαστηριακός / παρασκευαστής
- défibreur / raffineur de laboratoire : εργαστηριακός αποϊνωτής
- animal de test / animal de laboratoire : πειραματόζωο
- hotte / hotte aspirante : ερμάριο καύσης / χοάνη περισυλλογής
- verre de montre / capsule de laboratoire : ύαλος ωρολογίου / εργαστηριακή ύαλος ωρολογίου
- laboratoire SIG : εργαστήριο GIS
Subscribe
0 Comments


