Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

labourer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
labourer
λέγεται
λαμπουρέ
.
labourer
σημαίνει στα ελληνικά
οργώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • labourer : οργώνω / αροτριώ
  • labouré : καλλιεργημένο έδαφος
  • terre labourée : οργωμένη γη / καλλιεργημένη γη
  • finir de labourer : τελειώνει την άροση / τελειώνει το όργωμα
  • ouverture du labour / ouverture du sillon : άνοιγμα αύλακος / αρχίζει να οργώνει
  • modèle neige labourée / modèle en chasse-neige : μοντέλλο τύπου εκχιονιστήρα
  • machine à labourer les routes : μηχανή ανασκαφής των δρόμων

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments