Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

labourer στα ελληνικά
labourer
λέγεται
λαμπουρέ
.
labourer
σημαίνει στα ελληνικά
οργώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- labourer : οργώνω / αροτριώ
- labouré : καλλιεργημένο έδαφος
- terre labourée : οργωμένη γη / καλλιεργημένη γη
- finir de labourer : τελειώνει την άροση / τελειώνει το όργωμα
- ouverture du labour / ouverture du sillon : άνοιγμα αύλακος / αρχίζει να οργώνει
- modèle neige labourée / modèle en chasse-neige : μοντέλλο τύπου εκχιονιστήρα
- machine à labourer les routes : μηχανή ανασκαφής των δρόμων
Subscribe
0 Comments


