Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

laxatif στα ελληνικά
laxatif
λέγεται
λαξατίφ
.
laxatif
σημαίνει στα ελληνικά
καθαρτικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- purges / laxatifs : υπακτικά / καθαρτικά
- produit laxatif : καθαρτικό προϊόν
- laxatif de lest : καθαρτικό αύξησης όγκου
- laxatif stimulant : ερεθιστικό καθαρτικό
Subscribe
0 Comments


